Έχω
φτάσει στη μέση του βιβλίου και μπορώ να πω ότι αξίζει να το διαβάσεις.
Από το
βιβλίο αυτό θα παρουσιάσω ένα κείμενο που αναφέρει πώς ήταν ο Πολύγυρος στα
1900 και ποιες ήταν οι ασχολίες των κατοίκων το καλοκαίρι μέσα από την οικογένεια του κ. Ζαμπούνη.
«
Παίρναμε τα γάλατα από τους κτηνοτρόφους από το Πάσχα μέχρι τέλους Ιουλίου. Την
1η μέχρι 15η Αυγούστου οι Χριστιανοί νήστευαν, δεν
έμπαινε γάλα σε κανένα σπίτι. Αυτές τις μέρες της νηστείας οι κτηνοτρόφοι
έκαναν το γάλα τους τυρί και τραχανά. Σ’ εμάς όταν περίσσευε γιαούρτι το
χτυπούσαμε στο βυδούρι (ξύλινο σκεύος) και βγάζαμε το βούτυρο. Κάναμε και τυρί,
Τετάρτη και Παρασκευή που κρατούσαμε νηστεία. Εγώ από επτά χρονών μοίραζα το
γάλα το πρωί στα σπίτια. Εκείνο που θυμάμαι πολύ καλά είναι ότι από μικρό παιδί
δε χόρτασα το καλοκαίρι τον ύπνο. Το πρωί μόλις χάραζε ερχόταν ο πατέρας μου
στη στρωματσάδα που κοιμόμασταν και με χτυπούσε με το πόδι, «Σήκω, χάραξε».
Έπρεπε να σηκωθώ αμέσως να πάω το
βρασμένο γάλα στα σπίτια να φάνε τα παιδιά για να πάνε στο σχολείο, να μαζέψω
25-50 σουπιέρες για να πήξουμε το γιαούρτι που αγόραζαν οι Τούρκοι και οι
πλούσιοι. Από επτά χρονών συνήθισα να δουλεύω για να βγάζω το ψωμί μου, ψωμί
που οι γονείς μας το είχαν κλειδωμένο. Ήταν πάντα λιγοστό.
Εκείνα τα χρόνια δεν έτρωγε ο κόσμος
κρέατα, μόνο το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, των αγίων Αποστόλων και το
Δεκαπενταύγουστο. Του Αγίου Στεφάνου σφάζαμε τα γουρούνια. Το βαρύ χειμώνα
τρώγαμε τα λουκάνικα και το λίπος από το χοιρινό.
Το καλοκαίρι τρώγαμε γάλα και
γιαούρτι. Το γιαούρτι το τρώγαμε με το πιρούνι, βάζαμε μια μπουκιά ψωμί στο
πιρούνι και το βουτούσαμε στο γιαούρτι για να μην πάρει πολύ. Τις ελιές τις
κόβαμε στα τρία.
Μια πεθερά παραπονέθηκε στη μάνα της
νύφης: «η κόρη σου θα μας καταστρέψει όπως τρώει. Μια ελιά, μια χαψιά.»
Εκτός από τα γάλατα που παίρναμε τα
καλοκαίρια, από το 1894 ως το 1900 είχαμε και τέσσερα ζεύγη καλούπια που
σιδερώναμε τα φέσια. Όταν το παιδί γινόταν είκοσι ήταν υποχρεωμένο να πληρώνει
στην τούρκικη Αυτοκρατορία μια χρυσή λίρα Τουρκίας (μπιτέλι) και να φορά στο
κεφάλι φέσι για να δείχνει την υποταγή του στην Τουρκία.
Αλίμονο
σε όσους δεν φορούσαν φέσι, τους τσάκιζαν στο ξύλο οι Τούρκοι. Από το 1895
μέχρι το 1912 είχαμε στον Πολύγυρο: Πρωτοδικείο με Καϊμαντάμη, Μητροπολίτη,
Στρατώνα, στρατό, Χωροφυλακή, Νοσοκομείο και Τουρκικό Νεκροταφείο.
Η δουλειά μου με τα φέσια ήταν πολύ
κουραστική. Κάθε Παρασκευή πήγαινα στα τούρκικα σπίτια, έπαιρνα τα φέσια τους,
τα σιδέρωνα στα καμένα σιδερένια καλούπια και τα ξαναπήγαινα στα σπίτια.
Όλοι με γνώριζαν. Πολλές φορές οι
χανούμισσες μου έδιναν γλυκίσματα που έκαναν μόνες τους.
Με λυπόταν τόσο μικρό να τρέχω
ξυπόλητος από σπίτι σε σπίτι κι από πόρτα σε πόρτα. Τα φέσια των πλουσίων
χριστιανών τα έπαιρνα το Σάββατο για να τα ετοιμάσουμε να τα φορέσουν την
Κυριακή όταν πήγαιναν στην εκκλησία και μετά από χορό...»
«Όταν ο
παππούς ανακάλυψε το μολύβι», ΕΚΔΟΣΕΙΣ smartypo
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου