Σελίδες

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Ανάσταση στο χωριό (Μέρος 2ο)


Τη  Μεγάλη  Τετάρτη ο  Χριστός την πέρασε  με τους μαθητές  του τραβηγμένος  στη  μοναξιά, διδάσκοντας τους  αποστόλους  του και ετοιμάζοντας  το  πνεύμα  του  να  αντικρίσει  το  μαρτύριο  και  το  θάνατο.
            Τη Μεγάλη Πέμπτη έχουμε το  μυστικό δείπνο. Εκεί ο  Χριστός  εγκαρδιώνει τους  μαθητές και  παράλληλα  προφητεύει για την προδοσία και το θάνατό του. Μετά  το  μυστικό  δείπνο  ο  Χριστός   τραβάει  πάλι  στο  Όρος  των  Ελαιών  όπου  θα  τον  συλλάβουν  οι  Ρωμαίοι με  τους Αρχιερείς και  τους Φαρισαίους μετά  την προδοσία του Ιούδα.

            Τη  Μεγάλη  Παρασκευή  ο  Χριστός  σταυρώνεται  ύστερα  από  δίκη  με  δικαστή  τον  Πόντιο  Πιλάτο, ο  οποίος ένιψε   «τα  χείρας  του» για να δείξει ην  αθωότητα του  Κυρίου.»
- Πες  μου  τώρα  για τη  σταύρωση;
- Η  σταύρωση  δείχνει  το  μεγαλείο  αλλά  και  την  αγάπη  του  Θεού  για  τον 
  άνθρωπο.  Ενώ  μπορούσε  να  αποφύγει  τον  αβάσταχτο  πόνο,  εντούτοις αυτός
  προτίμησε να  μας  λυτρώσει απ΄ το  προπατορικό αμάρτημα.  Αυτό δεν είναι
  αγάπη;  Κι  ύστερα  μου  λες  γιατί  θα  είναι  ξεχωριστή  η  φετινή  ανάσταση!
            Με  την κουβέντα  τα  παιδιά  δεν  κατάλαβαν  πότε έφτασαν στον  περίγυρο της εκκλησίας.
             Οι  ευωδιές  από τις  δάφνες  και  τις  βάγιες τους προειδοποιούσαν  ότι  έφταναν στον  ιερό χώρο.
            Περπάτησαν  μαζί το πλακοστρωμένο προαύλιο και με  γοργά  βήματα  έφτασαν στο νάρθηκα  της  μικρής, αλλά  καλοδιατηρημένης  εκκλησίας. Πήραν  από  δύο κεριά  ο  καθένας,  αφού  πρώτα  έριξαν  τα κέρματά τους  στο  παγκάρι  της εκκλησίας. Τα  άναψαν  και  κατόπιν  αφού  έκαναν  το  σταυρό  τους, προσκύνησαν τις εικόνες.
            Πρώτος  μπήκε στον  «Κυρίως ναό» ο Μαρίνος.  Χαιρέτησε πρώτα τις εικόνες του εικονοστασίου και  μετά  τον  Επιτάφιο, ο  οποίος ήταν  ακόμη  στολισμένος με  κόκκινα  γαρύφαλλα.
            Πίσω  του  ακολούθησε ο  Χριστόφορος, ο  οποίος έκανε  σχεδόν  τις  ίδιες  κινήσεις με τον αδερφό του.
- Χριστόφορε  χθες  στη  μεταφορά  του Επιταφίου  είδες  τι  κόσμο  είχε;
- Σς… μετά  θα  μιλήσουμε.  Θέλω να  ακούσω  τον  ιερέα.
            Τα δύο  αδέρφια  κατευθύνθηκαν  κοντά  στο Ιερό βήμα.  Πίσω  από  τους  ψάλτες. Στη  δεξιά  πλευρά των ανδρών.
            Ο   χρυσοντυμένος  ιερέας   είχε  βγει  από  την  Ωραία  Πύλη και  μιλούσε  για  τη  σημαντικότητα  της  ανάστασης.  Πολλοί  πιστοί  τον  παρακολουθούσαν,  ενώ  κάποιοι άλλοι έπαιζαν  με  τις  σβηστές  λαμπάδες  τους.
            Τα  δύο  αδέρφια  πλησίασε  το μεγαλύτερο  παπαδοπαίδι. Ένα  χοντρό  στρουμπουλό  αγόρι  με  μια  παλαιομοδίτικη γραβάτα.
            Χαμογελώντας  απευθύνθηκε  στο  Μαρίνο  και  του  είπε:
- Δικέ  μου   όλοι  στην  πούδρα  είναι  απόψε.  Πολλή  φρεσκαδούρα έπεσε.  Κοιτά 
   γραβατιά.
- Γιατί   το  σχολιάζεις ; Μήπως  δε  φοράς και  ο  ίδιος;  Άσε που το  μαλλί  σου 
  θυμίζει  γλειμμένη  αγελάδα, του ανταπάντησε ο Χριστόφορος, ενώ  το  χαμόγελο   
  και των δύο  αδερφών  έφτασε   μέχρι  τα  αυτιά. 
            Το  παπαδοπαίδι  δεν  είπε  τίποτα άλλο  και  απομακρύνθηκε  με  σκυμμένο  κεφάλι.
            Μετά  απ΄ αυτήν τη  σκηνή  τα  δύο  αδέρφια  παρακολούθησαν με  προσοχή  την  υπόλοιπη λειτουργία  μέχρι  το  « Χριστός  Ανέστη». Πήραν το  άγιο φως  μετά το  « Δεύτε λάβετε φως», άκουσαν  κάποια  τροπάρια  και  μαζί  βγήκαν  έξω  στον  περίβολο  της εκκλησίας για το « Χριστός Ανέστη».
            Η κατάνυξη  και  η  ευλάβεια  είχαν  φτάσει  στο  πιο  υψηλό σημείο όταν ο  ιερέας είπε το : « Χριστός ανέστη  εκ  νεκρών,  θανάτω  θάνατον πατήσας και τοις εν τοις  μνήμασι  ζωή  χαρισάμενος».
            Ακολούθησαν τα  βεγγαλικά,  τα χρόνια  πολλά,  τα  τσουγκρίσματα  των  αβγών  και  η  φυγή των  πιστών  για τα  σπίτια  τους.
            Τα  δύο  αδέρφια  μπήκαν  πάλι  την εκκλησία  με τις  λαμπάδες  τους αναμμένες.
            Ο  Χριστόφορος  ρώτησε  το  Μαρίνο,  αν και το  σκέφτηκε  καλά:
- Αύριο θα  φας  κατσίκι;
- Θα  φάω.  Επίσης να  πεις  στη  μάνα να ετοιμάσει και  μαγειρίτσα. Γύρω  στις  δύο   
   και  κάτι  που  θα  τελειώσει  η  εκκλησία  θα έρθω  στο σπίτι  να φάω. Τόσες μέρες  
   χωρίς κρέας  και  με  τόσες  θυσίες,  νομίζω  ότι πρέπει  να  το  γευτώ. 
            Ο  μεγάλος  αδερφός  τον κοίταξε   πάλι απορημένος.
- Δηλαδή  θα  μείνεις  μέχρι  το  τέλος  της λειτουργίας; Δε θα έρθεις έξω στο  μπαρ  
   να  διασκεδάσουμε.
- Όχι  αδερφέ  μου. Δε  θα  έρθω.  Θα μείνω  στο  σπίτι του Χριστού.
            Ο   Χριστόφορος  σαν  να  προσβλήθηκε  με τα  λόγια  του  αδερφού  του  και  έμεινε για  λίγο  κοντά του.  Η  ματιά του  άρχισε  να  επεξεργάζεται  διάφορες εικόνες, ώσπου  στάθηκε  σε  μια  αγιογραφία όπου  παριστάνονταν  η Ανάσταση.
- Τι  απεικονίζει   Μαρίνε  αυτή   η  αγιογραφία; 
-Χριστόφορε  θέλω  να προσευχηθώ.  Σε  παρακαλώ, άφησε  με.  Αύριο  θα τα
  πούμε  αναλυτικά.
- Πες  μου  αυτό  και θα φύγω.
- Μη  φεύγεις. Καλό  είναι να  μείνεις μέχρι το τέλος. Άκουσες τι είπε ο ιερέας : «Αναστήθηκε ο  Χριστός και διασκορπίσθηκαν οι εχθροί  του».
             Ο  Μαρίνος  γύρισε  τη  ματιά  του  στην  εικόνα  της  Αναστάσεως.  Με σιγανή φωνή  άρχισε να εξηγεί στον αδερφό  του για την  αγιογραφία:
«   Στη  μέση παριστάνεται  ο  Χριστός  με  μεγαλύτερο  ανάστημα  από τ΄  άλλα  πρόσωπα.  Πατά  πάνω  στις  σπασμένες  πύλες  του Άδη που  ανοίγει  κάτω  από τα  πόδια  του  σαν  Σπήλαιο  σκοτεινό, σπαρμένο με  κλειδωνιές. Με  το δεξί  του χέρι  τραβά τον  Αδάμ  και  με  το  αριστερό  την  Εύα,  παίρνοντας  τους  από  τους  τάφους. Στα  χέρια  του  και  στα  πόδια του φαίνονται  τα  σημάδια  των  καρφιών.  Δεξιά κι  αριστερά  περιστοιχίζουν  το Λυτρωτή τους και  στέκονται  με  θάμβος οι    « δίκαιοι»,  δηλαδή  όσοι ευχαριστήσανε  το  Θεό  από  καταβολής  κόσμου μέχρι  της  ενσάρκωσης του  Χριστού, ο  Ενώχ, ο  Νώε,  ο Μωυσής , ο Ηλίας , ο  Δαβίδ, ο  Σολομών και  άλλοι. Πρώτος  από τα  δεξιά  φαίνεται  ο  Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος».
Αφού   άκουσε  όλα  αυτά  τα  ενδιαφέροντα ο  Χριστόφορος από  τον  αδερφό του, πήρε  τη  λαμπάδα  του και  βγήκε  έξω  από  την  εκκλησία.  Στην  είσοδο  του  προαυλίου  ένας επίτροπος μάζευε σ΄ ένα  δίσκο  χρήματα από τους πιστούς που  έφευγαν.
            Στο δρόμο  προς το σπίτι ο δρόμος  και  τα  σπίτια  ήταν  φωταγωγημένα  από  την  λάμψη  των  κεριών.
            Όταν έφτασε στο σπίτι του με τη φλόγα της λαμπάδας σχημάτισε ένα σταυρό στην είσοδο του σπιτιού. Άνοιξε την πόρτα, έδωσε το άγιο φως στη μητέρα του για ν’ ανάψει το καντήλι της οικίας και ευχήθηκε χρόνια πολλά στους γονείς του.
            Όταν τελείωσαν οι ευχές η μητέρα του τον ρώτησε:
- Πού είναι ο Μαρίνος; Γιατί δεν ήρθε μαζί σου;
- Μάνα θα μείνει μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Βάλε να φάμε εμείς. Ο   
  Μαρίνος θα φάει μόνος του μαγειρίτσα.
            Η μάνα έστρωσε το τραπέζι και κάθισαν οι τρεις τους να φάνε.
            Ο πατέρας που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ακροατής, ρώτησε τη γυναίκα του:
- Κατίνα το κατσίκι στη σούβλα ή στην κουζίνα;
- Όπως θέλουν τα παιδιά. Πάσχα είναι. Ας το γλεντήσουμε .
- Στη σούβλα νομίζω πως είναι καλύτερα. Πατέρα έχεις πρόβλημα;
- Όχι γιε μου. Εσείς να το φχαριστηθείτε και μένα μη με νοιάζεστε.
            Ακολούθησε σιωπή. Μόνο τα κουτάλια ακούγονταν.
            Τη σιωπή έσπασε ο πατέρας.
-Χριστόφορε τι σημαίνει η λέξη «Πάσχα»; Με ρώτησε το μεσημέρι ο Θείος σας ο  
  Βαγγέλης και δεν ήξερα να του απαντήσω.
-Η λέξη Πάσχα, πατέρα, είναι εβραϊκή λέξη και σημαίνει «διάβαση». Οι Εβραίοι
  γιορτάζουν την ημέρα αυτή τη διάβαση, το πέρασμα δηλαδή της Ερυθράς θάλασσας  
  μετά τη φυγή τους από την Αίγυπτο.
  Ο Ιησούς και οι μαθητές του γιόρταζαν το Ιουδαϊκό Πάσχα, και μ’ αυτό συνδέεται ο  
  Μυστικός Δείπνος.
- Ευχαριστώ γιε μου. Αύριο θα απαντήσω στο θείο σου.
- Παρακαλώ πατέρα.
            Πέρασαν λίγα λεπτά ώσπου τέλειωσαν το φαγητό τους. Ο πατέρας τους καληνύχτισε, ενώ η μητέρα άρχισε να μαζεύει τα τραπέζι αφήνοντας πάνω μόνο το πιάτο του μικρού της γιου.
            Ο μεγάλος γιος πήρε το δερμάτινο σακάκι και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και χαιρέτησε τη μάνα του.
- Αύριο μάνα. Πάω στο Μπαρ να χορέψω και να πιω κανένα ποτό.
- Καλά να περάσεις και να προσέχεις. Εγκυμονούν πολλοί κίνδυνοι εκεί έξω.
            Ο μεγάλος γιος έκλεισε την πόρτα, μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε στο μπαρ.
         Ο μικρός γιος έμεινε εκεί στην εκκλησία με τις αγγελικές ψαλμωδίες και τις γλυκιές μελωδίες…
           
                                                        Χρήστος Αθ. Φυλαχτός                                                                                                         

* παραλοϊσει: χάνει τα λογικά του.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: