Ζούσε κάποτε ένας γέρος φτωχός και
ανήμπορος από τα γηρατειά. Έμενε μαζί με το γιο του που τον είχε μοναχοπαίδι.
Από κείνον περίμενε βοήθεια και προστασία.
Αυτός
όμως τον βαρέθηκε και χωρίς σοβαρό λόγο και αιτία αποφάσισε να τον διώξει από
το σπίτι. Μόλις του το ανακοίνωσε ο γέρος τον ρώτησε:
-
Και πού να πάω γιε μου;
-
Εσύ ξέρεις. Πήγαινε όπου θες…
-
Πώς θα τα βγάλω πέρα; Είμαι φτωχός και ανήμπορος.
-
Να βρεις κάτι να κάνεις ή κάνε ελεημοσύνη!
Αυτές οι κουβέντες ειπώθηκαν μπροστά
στο εγγόνι και γιο του αχάριστου γιου, το μικρό Θανασάκη. Ο εγγονός αγαπούσε
πολύ τον παππού και περίμενε να τελειώσουν την κουβέντα τους οι μεγάλοι.
Μόλις
τελείωσαν το διάλογο οι δύο μεγάλοι γύρισε ο παππούς στο μικρό του λέει:
-
Άντε Θανάση μου να μου φέρεις το χοντρό παλτό που έχω κρεμασμένο στην
κρεμάστρα του δωματίου μου για να φύγω.
Ο Θανάσης έτρεξε αμέσως να εκτελέσει
τη διαταγή που του έδωσε ο παππούς του. Όμως όταν γύρισε είχε στα χέρια του δύο
παλτά, ένα του πατέρα του και ένα του παππού του. Ο πατέρας του απόρησε και τον
ρώτησε:
-
Γιε μου γιατί έφερες και το δικό μου παλτό;
Ο μικρός με δάκρυα στα μάτια του
αποκρίθηκε:
-
Πατέρα θα το χρειαστείς και εσύ. Μόλις γεράσεις θα σε διώξω και εσένα από το
σπίτι, όπως κάνεις εσύ τώρα με τον παππού,
οπότε είναι ευκαιρία τώρα με τον
παππού να δεις πώς είναι να φεύγεις από το
σπίτι σου. Μέχρι να βολευτεί ο παππούς
εκεί στα παγκάκια της μεγάλης πόλης καλό
είναι να πας και εσύ μαζί του.
Τα
τελευταία λόγια του μικρού, συνέφεραν τον άκαρδο γιο και τον ξύπνησαν από το
λήθαργο της απονιάς. Αμέσως έπεσε γονατιστός στον πατέρα του και του ζητούσε
συγχώρεση γι’ αυτό που ετοιμαζόταν να του κάνει.
Διασκευή:
Χρήστος Αθ. Φυλαχτός
Ιστορίες
από τον Κόσμο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου