Σελίδες

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Ο Γιάννης, η Μαρίγια και τα λουκάνικα



Ζούσε κάποτε στην Αρναία ένα ανδρόγυνο, ο Γιάννης και η Μαρίγια. Η Μαρίγια ήταν πολύ αυστηρή και έκανε αυτή κουμάντο στο σπίτι.
            Πριν τα Χριστούγεννα η Μαρίγια έκανε δώδεκα θηλειές λουκάνικα. Τα κρέμασε πάνω από το κρεβάτι που κοιμούνταν με το Γιάννη, στις κρικέλες που κρεμούσαν την τρόκνια και κουνούσαν το μωρό.
            Ένα βράδυ ο Γιάννης τα έπινε με τους φίλους του σ’ ένα καφενείο του χωριού. Εκεί που συζητούσαν στην παρέα, είπε στους φίλους του ότι η γυναίκα του έκανε δώδεκα θηλειές λουκάνικα.

Γνωρίζοντας οι φίλοι του ότι η Μαρίγια είναι δύσκολη και αυστηρή του λένε:
- Ρε Γιάννη αφού είναι τόσα πολλά τα λουκάνικα που έφτιαξε η γυναίκα σου, δεν
  κλέβεις μια θηλειά λουκάνικο να τα τηγανίσουμε την Παρασκευή το βράδυ που θα
  ξαναβρεθούμε;
- Ρε παιδιά η Μαρίγια τις έχει μετρημένες τις θηλειές. Πώς να πάρω χωρίς να με
  καταλάβει; ήταν η απάντησή του.
- Τι σόι άνδρας είσαι εσύ! Βάζουμε στοίχημα ένα τραπέζι ότι δεν μπορείς να βρεις
   έναν τρόπο να πάρεις μια θηλειά λουκάνικα;
            Τα τελευταία λόγια τον πρόσβαλλαν το Γιάννη και τους υποσχέθηκε ότι την Παρασκευή θα έτρωγαν λουκάνικα.
            Έπρεπε να βρει λύση στο πρόβλημά του. Σκέφθηκε, ξανασκέφθηκε ώσπου βρήκε τον τρόπο που θα ξεγελούσε τη γυναίκα του. Αμέσως έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο του.
Η μέρα ήταν Δευτέρα.Το βράδυ προτού κοιμηθούν άρχισε να μετράει τις θηλειές. Μία, δύο, τρεις, τέσσερις… έντεκα και σταματάει.
Τον ακούει η Μαρίγια και λέει από μέσα της: «Ο Γιάννης λουλάθηκε. Οι θλιες είναι δώδεκα και τις βγάζει έντεκα.»
Το επόμενο βράδυ προτού κοιμηθούν πάλι τα ίδια. Μετρούσε, ξαναμετρούσε τις θλιες τις έβγαζε έντεκα.
Η Μαρίγια την ψυλλιάστηκε ότι ο Γιάννης θέλει να πάρει τη θλια.
Το ίδιο συνέβη και το βράδυ της Τετάρτης. Μετρούσε, ξαναμετρούσε πάλι οι θηλειές έντεκα.
 Έρχεται το βράδυ της Πέμπτης και ετοιμάζονται να κοιμηθούν. Αρχίζει πάλι το μέτρημα ο Γιάννης. Μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι, επτά, οχτώ, εννιά, δέκα, έντεκα, φωνάζει δυνατά ο Γιάννης.
- Μαρίγια πού είναι η θλια; Φέρε γρήγορα τη θλια. Τι την έκανες τη θλια;
- Καλά ρε Γιάννη, δεν τις μετρούσες κάθε βράδυ και τις έβγαζες έντεκα;
            Πάλι ο Γιάννης:
- Μαρίγια φέρε τη θλια. Τι την έκανες τη θλια;
- Ρε Γιάννη για μπουνταλά με πέρασες! Κατάλαβα ότι θα έπαιρνες τη θλια και σε
  πρόλαβα. Την πήρα εγώ και πήγα και την έφαγα με τη μάνα μου.
            Την επομένη, το βράδυ της Παρασκευής πάει ο Γιάννης στο καφενείο και συναντάει τους φίλους του. Τους εξιστορεί το σχέδιο που είχε ετοιμάσει αλλά και το τι έπαθε από την έξυπνη γυναίκα του.
Οι φίλοι του έσκασαν στα γέλια και ο Γιάννης αναγκάστηκε να πληρώσει και το τραπέζι.
                                                                                  Ιστορίες από την Αρναία

Δεν υπάρχουν σχόλια: