Σήμερα
έψαχνα τα χαρτιά μου για να βρω ένα έγγραφο που χρειαζόμουν. Μέσα στα χαρτιά
που ανακάτεψα βρήκα και ένα παραμύθι που είχαν γράψει μαθητές μου πριν από 15
περίπου χρόνια. Μόλις το διάβασα ένιωσα κάπως. Νομίζω ότι αξίζει να το
διαβάσετε. Τους συγκεκριμένους μαθητές δεν τους ξαναείδα. Ας είναι καλά όπου κι
αν βρίσκονται.
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα παιδί
που δεν είχε μαμά. Ο μπαμπάς του έκοβε ξύλα στο δάσος και αυτό έμενε αρκετές ώρες
και μέρες μόνο του στο σπίτι, ειδικά το καλοκαίρι. Υπήρχαν στιγμές που
στεναχωριόταν που έμενε μόνο και τον πονούσε η καρδιά του.
Μια μέρα τον πήρε το παράπονο κάτω
από το δέντρο της αυλής τους. Ξαφνικά φάνηκε στα χαμηλά κλαδιά ένα «παιδί –
νεράιδα».
-
Γιατί είσαι μόνο σου και κλαις; Θέλεις να έρθεις μαζί μου στη χώρα των παιδιών;
-
Η μητέρα μου ανέβηκε στον ουρανό και ο πατέρας μου δουλεύει στο δάσος. Γίνεται
αυτό που λες;
-
Αν ανέβεις στο ραβδάκι μου θα σε πάω εκεί. Σε μια χώρα μοναδική και μαγική.
Το παιδί χωρίς δισταγμούς, ανέβηκε
πάνω στο ραβδί. Με κάτι λόγια μαγικά που ψιθύρισε το παιδί – νεράιδα, ταξίδεψαν
στον ουρανό. Μετά από λίγα λεφτά έφτασαν στη φανταστική χώρα. Το παιδί κατέβηκε
από το ραβδί, κοίταξε γύρω του και σάστισε. Παντού παιδιά και μόνο παιδιά.
Αφού πάρκαρε τη μαγική σκούπα του το
παιδί-νεράιδα, τον πλησίασε και του
είπε:
-
Εδώ ζούνε μόνο παιδιά. Τις δουλειές τις κάνουν τα παιδιά. Οι φύλακες της χώρας
είναι παιδοφύλακες. Ακόμη και ο δήμαρχός μας είναι παιδί που εκλέγεται κάθε
τέσσερα χρόνια. Αν κάνεις μια βόλτα και πεινάσεις θα βρεις σαντουιτσάδικα όπου
δεν υπάρχουν κανονικοί μάγειρες αλλά παιδομάγειροι.
Το παιδί ξεκίνησε τη βόλτα του σ’
αυτήν την περίεργη χώρα. Αμέσως έκανε φίλους. Έπαιξε με τα παιδιά και χαιρόταν
μετά από αρκετό καιρό. Όμως το ταξίδι
και το παιχνίδι του άνοιξαν την όρεξη. Χαιρέτησε τους νέους φίλους του και
κατευθύνθηκε σ’ ένα παιδοεστιατόριο. Μπήκε μέσα. Είδε τον κατάλογο με τα φαγητά
και παρήγγειλε δυο τεράστια σάντουιτς, πατάτες τηγανητές και ένα αναψυκτικό.
Μετά από λίγο του τα σέρβιραν στο τραπέζι του. Αφού έφαγε και χόρτασε την πείνα
του θυμήθηκε ότι δεν είχε χρήματα. Κατευθύνθηκε στο ταμείο για να εξηγήσει στον
ταμία – παιδί τι του συνέβη. Όμως ο ταμίας του απάντησε:
-
Μη στεναχωριέσαι. Τα παιδιά που είναι φιλοξενούμενοι καθώς και αυτά που δεν
έχουν χρήματα δεν πληρώνουν. Στην Παιδούπολη
τα παιδιά δεν παιδεύονται και
πραγματοποιούνται όλες οι ευχές τους.
-
Αν όντως πραγματοποιούνται οι ευχές, έχω και γω μία.
-
Και ποια είναι αυτή; τον ρώτησε το παιδί του ταμείου.
-
Θα ήθελα να ξαναδώ τη μανούλα μου που έφυγε στον ουρανό και τον μπαμπά μου
που κόβει ξύλα στο μεγάλο δάσος.
-
Μην στεναχωριέσαι καθόλου. Το πρόβλημά σου θα το μεταβιβάσουμε στον
Παιδοδήμαρχο, και αυτός στη στιγμή θα το
λύσει.
Πράγματι το παιδί του εστιατορίου
πήρε το νέο φίλο του μαζί και πήγανε στο δημαρχείο. Αμέσως ενημέρωσε το δήμαρχο
για το πρόβλημα του νέου φίλου τους και επέστρεψε στη δουλειά του.
Ο
δήμαρχος που ήταν ένα χαριτωμένο παιδί και είχε μαζί του ένα πατίνι χρέωσε την
υπόθεση στο μόνιμο σύμβουλό του, τον Αϊ-Βασίλη που ήταν στη διπλανή αίθουσα.
Αφού έκαναν τις κατάλληλες ενέργειες βγήκαν
έξω στον αυλή, ο δήμαρχος με το πατίνι του, ο Αϊ-Βασίλης με το έλκηθρο του και
ο νέος φίλος τους με μια μικρή μπάλα που του χάρισε η ιδιαιτέρα του
παιδοδημάρχου.
Μόλις βγήκαν έξω στην αυλή είπαν και
κάτι λόγια μαγικά που κανένας δεν τα κατάλαβε και η επιθυμία του μικρού παιδιού
έγινε πραγματικότητα. Μετά από λίγα λεπτά φάνηκε μια νεράιδα να συνοδεύει τη
μανούλα του μικρού μας. Μόλις πλησίασαν κοντά, η γλυκιά νεράιδα που συνόδευε τη
μανούλα του μικρού τούς είπε:
-
Τη βρήκα πολύ εύκολα. Ήταν σ΄ένα σύννεφο και νανούριζε τα παιδάκια που
είχαν
χάσει τη μαμά τους.
Μετά απ’ αυτή τη συγκινητική συνάντηση
ο Αϊ-Βασίλης έφυγε και πήγε στο μεγάλο δάσος. Ζεστάθηκε λόγω του ότι ήταν
καλοκαίρι. Εκεί που περπατούσε μέσα στο δάσος, κάτω από τα πανύψηλα δέντρα,
συνάντησε τον μπαμπά του μικρού παιδιού. Ήταν ακουμπισμένος στον κορμό ενός
δέντρου και έκλαιγε γιατί έχασε το γιο του.
Όταν
τον πλησίασε κοντά, σταμάτησε το κλάμα, σκούπισε τα μάτια του και τον ρώτησε τι
θέλει μέσα στο δάσος.
-
Αϊ-Βασίλη γιατί είσαι εδώ; Εσύ συνήθως είσαι σε χιονισμένα μέρη.
-
Ζεστάθηκα στην Παραμυθοχώρα και ήρθε σ’ αυτό το δάσος για να βρω λίγη
δροσιά. Εσύ όμως γιατί κλαις;
-
Να Άγιε μου, πριν λίγο καιρό έχασα τη γυναίκα μου. Πήγε ψηλά στον ουρανό. Η
θλίψη και η στεναχώρια με κυρίεψαν. Δε με
ενδιέφερε τίποτα άλλο εκτός από τη
χαμένη γυναίκα μου. Έτσι έχασα και το
μονάκριβο γιο μου. Αντί να είμαι δίπλα του,
κλείστηκα στον εαυτό μου και στις σκέψεις
μου. Πόσο μεγάλο λάθος έκανα! Ο γιος
μου ήταν και ένα κομμάτι της γυναίκας μου και
αντί να το φυλάξω το έχασα και
αυτό. Πόσο μεγάλο λάθος έκανα! Πού να είναι ο
γιος μου τώρα;
Τα τελευταία λόγια στεναχώρησαν και
τον Αϊ-Βασίλη, όμως με τα πελώρια χέρια του τον έβαλε στην αγκαλιά του και του
είπε:
-
Μην στεναχωριέσαι καλέ μου άνθρωπε. Ο γιος και η γυναίκα σου είναι σε καλά
χέρια. Το μόνο που χρειάζεται είναι να με
εμπιστευτείς.
-
Τι είναι αυτά που λες Αϊ-Βασίλη; Ο γιος μου, η γυναίκα μου μαζί. Σάλεψες;
-
Δεν σάλεψα, ούτε έχασα τα λογικά μου. Απλά να με εμπιστευτείς και να γίνεις
στην
σκέψη και στο μυαλό σου πάλι παιδί. Τότε θα
καταλάβεις τι εννοώ.
Πράγματι μετά από αρκετή ώρα και
αφού έφυγε η αρχική έκπληξη και σαστιμάρα ο ξυλοκόπος βρέθηκε στο ίδιο μαγικό
μέρος που ήταν η γυναίκα του και ο μικρός γιος. Και έζησαν εκεί μαζί με τον
Αϊ-Βασίλη και τα υπόλοιπα παιδιά.
Τώρα αν κάποιος θελήσει να πάει στην
Παραμυθοχώρα το μόνο που χρειάζεται είναι να ονειρεύεται, να έχει φαντασία και
να εμπιστεύεται τους ανθρώπους…
Οι υπέροχοι
Παραμυθάδες:
Αμαλία,
Κατερίνα, Γαβριέλα, Θάνος
Διόρθωση –
Διασκευή:
Χρήστος
Αθ. Φυλαχτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου