Κάποτε σ’ ένα γλέντι τελείωσε το
τσίπουρο και για να μην το διακόψουν έστειλαν το μπαρμπα-Θανάση να φέρει από
όπου θα έβρισκε. Έξω είχε απλωθεί πυκνό σκοτάδι και ο μπάρμπας ήταν και λίγο
πιωμένος.
Χτύπησε
σε κάμποσα σπίτια -τα μαγαζιά ήταν κλειστά- ώσπου κάποια στιγμή βρήκε μια
νταμιτζάνα. Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Κάποια στιγμή έφτασε στη γέφυρα που
χώριζε την πάνω από την κάτω γειτονιά. Παραπάτησε και έπεσε κάτω. Τη στιγμή που
έπεφτε, σκέφτηκε τι έπρεπε να σπάσει : το κεφάλι του ή το μπουκάλι; Σκέφτηκε:
«Αν σπάσει το μπουκάλι, χαλάει το γλέντι. Αν σπάσει το κεφάλι με λίγο τσίπουρο
στο σημείο εκείνο θα γιατρευθεί.»
Κι
έτσι προτίμησε να σπάσει το κεφάλι. Πέφτοντας κάτω, τέντωσε το χέρι προς τα πάνω
με το μπουκάλι στην παλάμη, χτύπησε το κεφάλι αλλά γλίτωσε το μπουκάλι.
Όταν
επέστρεψε στο γλέντι, οι παρευρισκόμενοι αρχικά ταράχτηκαν βλέποντας τα αίματα
στο πρόσωπο του μπάρμπα, συνέχισαν με μεγαλύτερη ευθυμία όταν ο μπάρμπας του
εξιστόρησε το πάθημά του.
Χρήστος
Αθ. Φυλαχτός
1 σχόλιο:
Δεν ήξερα ότι συνεχίζεις με το μπλοκ.
Χαίρομαι πολύ γι αυτό! Καλή συνέχεια!
Δημοσίευση σχολίου