Το
συγκεκριμένο παραμύθι που θα διαβάσετε παρακάτω μου το είπε ο πατέρας μου πριν
πολλά χρόνια. Αρκετές φορές το ανέσυρα από τη μνήμη και το είπα σε μαθητές και
στα παιδιά μου, όμως ποτέ δεν το κατέγραψα κάπου επειδή δεν ήταν δικό μου. Ας
με συγχωρήσει ο δημιουργός αυτού του παραμυθιού γιατί η μνήμη μου σε κάποια
σημεία αδυνατεί να θυμηθεί τα λόγια τα πρωτινά του πατέρα μου. Στα σημεία
εκείνα προσθέτω δικά μου γεγονότα και στοιχεία για να μπορέσει να έχει
αλληλουχία και ροή το συγκεκριμένο παραμύθι.
«Μια φορά κι έναν καιρό σ’ έναν τόπο όχι και
πολύ μακρινό από δω ζούσε ένας γέρος βασιλιάς που ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στην
απέναντι όχθη που δεν ξέρει κανείς τι έχει και τι τον περιμένει.
Γι’
αυτό λοιπόν μια μέρα φώναξε το μονάκριβο γιο του στη βασιλική κάμαρα και τον
προετοίμασε για το ταξίδι το μακρινό που ετοιμαζόταν να κάνει στον άλλο κόσμο.
Όση
ώρα του έλεγε τα καθέκαστα ο βασιλιάς, ο γιος τον άκουγε με πολλή προσοχή.
Μόλις τελείωσε τη μακροσκελή κουβέντα του ο γέρος βασιλιάς, τον ρώτησε ο γιος
του:
-
Πατέρα όλα αυτά που μου λες είναι στενάχωρα, όμως επειδή εσύ είσαι σοφότερος
και μεγαλύτερος θα ήθελα να μου πεις πώς θα μπορέσω να κυβερνήσω αυτό το
τεράστιο βασίλειο όπως εσύ;
-
Μην στεναχωριέσαι παιδί μου, του αποκρίθηκε ο γέρος βασιλιάς. Δεν είναι
τίποτα. Οι άνθρωποι εδώ, μόλις κλείσω τα
μάτια μου, θα αρχίσουν να σε
φωνάζουν: «βασιλιά μου ότι προστάξεις».
-
Πατέρα εγώ δε σου είπα πώς θα με φωνάζουν. Εγώ θέλω να μάθω να διοικώ
σωστά και δίκαια τους ανθρώπους αυτού του
τόπου.
-
Μη σκοτίζεσαι γιε μου. Αύριο κιόλας θα μηνύσω με τους συνεργάτες μου,
όλους τους υπηκόους αυτού του τόπου, ότι ο
βασιλιάς θα πάει να τους
γνωρίσει το μελλοντικό βασιλιά που δεν άλλος,
εξόν από το γιο του.
Έτσι ακριβώς και έγινε. Δεν πέρασαν
δυο μέρες και οι στενοί συνεργάτες του βασιλιά τον ειδοποίησαν ότι όλοι οι
άνθρωποι του βασιλείου του ήταν έτοιμοι να τους υποδεχτούν με τις τιμές που
τους αρμόζουν.
Την
επομένη το πρωί κίνησαν ο βασιλιάς, ο γιος του και οι υπηρέτες του. Μπροστά απ’
αυτούς πήγαιναν οι στενοί συνεργάτες και
σύμβουλοι του βασιλιά, οι οποίοι ετοίμαζαν το έδαφος.
Πρώτος σταθμός ήταν ένα χωριό που
είχε πολλά αμπέλια και οι κάτοικοί του ασχολούνταν με την αμπελουργία και την
παραγωγή κρασιού. Μόλις έφτασαν στην πλατεία του χωριού βγήκε ο προύχοντας του
χωριού με δύο ποτήρια κρασί για να τους κεράσει το πολύτιμο αγαθό. Αφού ήπιαν
το κρασί τους ο βασιλιάς τους ρώτησε:
-
Αγαπημένε μου προύχοντα έχετε κανένα παράπονο; Το λάδι στο καντήλι μου άρχισε
να λιγοστεύει. Αν λοιπόν έχετε κάτι να πείτε, πέστε το τώρα που είναι και ο
γιος μου εδώ για να το διορθώσει και να μην κάνει το ίδιο λάθος με μένα.
- Όχι άρχοντα μου. Όλα τα χρόνια κυβερνάς με
σοφία και σωφροσύνη. Δεν έχουμε κανένα παράπονο. Ο Θεός να κόβει μέρες και ώρες
από εμάς και να σου τις δίνει εσένα.
Τα τελευταία λόγια χαροποίησαν το
γέρο βασιλιά, ο οποίος χάιδεψε τα γένια του.
Αφού έμειναν για κάμποση ώρα στο μέρος εκείνο
κίνησαν για τον επόμενο σταθμό. Μετά από κάμποση ώρα καβαλαρία έφτασαν στα ριζά
ενός χωριού. Αφού ξέζεψαν από τα άλογα κατευθύνθηκαν στο κεντρικό καφενείο του
χωριού. Μόλις μπήκαν στο καφενείο όλοι οι θαμώνες και πελάτες του καφενείου
άρχισαν να επευφημούν το βασιλιά και το γιο του. Αφού ησύχασαν, κάθισαν ο
βασιλιάς με το γιο του στο κεντρικό τραπέζι του καφενείου όπου υπήρχαν πάνω του
όλα τα καλούδια που παρήγαγε εκείνος ο τόπος. Μέλι, καρύδια, σταρένιο ψωμί,
τραχανά, γάλα, τυρί, ψημένο κατσικίσιο κρέας και πολλά ακόμη.
Αφού
έφαγαν τα εδέσματα πλησίασε ο πρόεδρος του χωριού για να τους καλωσορίσει και
να τους υποδεχτεί. Ήταν έθιμο σε εκείνα τα μέρη οι ξένοι να φιλεύονται πρώτα
και μετά να τους καλωσορίζουν.
-
Καλώς όρισες στον τόπο μας βασιλιά μου.
-
Καλώς σας βρήκα πρόεδρε, ανταπάντησε ο πολυχρονεμένος. Σήμερα ήρθα στο χωριό
σας για να σας γνωρίσω το μονάκριβο μου γιο, ο οποίος θα με διαδεχτεί όταν ο
χάρος με πάρει κοντά του. Επειδή διαισθάνομαι ότι οι μέρες μου τελειώνουν και
υπάρχει περίπτωση να μη με ξαναδείτε…
-
Μα τι είναι αυτά που λες βασιλιά μου! τον διέκοψε ο πρόεδρος.
-
Πρόεδρε άφησε μου να τελειώσω την κουβέντα μου. Δυστυχώς τα γηρατειά δεν μπορεί
να τα ξεπεράσει κανείς. Όλοι οι άνθρωποι όταν είναι νέοι νομίζουν ότι δε θα
τους αγγίξει ο θάνατος. Όμως ο χρόνος όπως και ο θάνατος έχουν άλλη άποψη.
Έλεγα πρωτύτερα προτού με διακόψεις, αν έχετε κανένα παράπονο να μου το πείτε
ώστε ο γιος μου να το διορθώσει και να καλυτερέψει τη ζωή σας όταν γίνει ο
ίδιος βασιλιάς.
-
Μα τι είναι αυτά που λες πολυχρονεμένε μου. Πάντα ήσουν δίκαιος εσύ και οι
άνθρωποί σου. Δεν έχουμε κανένα παράπονο. Ο Θεός να κόβει μέρες και ώρες από
εμάς και να σου τις δίνει εσένα.
Λέγοντας
τα τελευταία αυτά λόγια ο πρόεδρος, ο βασιλιάς γύρισε και κοίταξε
ευχαριστημένος το νεαρό βασιλόπουλο.
Μετά
από κάμποση ώρα και ενώ όλοι μέσα στο καφενείο ήταν ευχαριστημένοι, ο νεαρός
βασιλιάς ζήτησε από τον καφετζή να του δείξει που είναι το μέρος για να
ουρήσει. Ο καφετζής με μεγάλη προθυμία έδειξε το μέρος στο βασιλόπουλο.
Εκείνα
τα χρόνια η τουαλέτα – όπως την ονομάζουμε σήμερα – ήταν έξω από τα σπίτια. Ο
νεαρός βασιλιάς έπρεπε να περπατήσει κάμποσο για να πάει στο «μέρος». Εκεί που
περπατούσε άκουσε ένα θόρυβο και είδε ένα μικρό παιδάκι κρυμμένο πίσω από ένα δέντρο.
Το
βασιλόπουλο δεν τρόμαξε, απεναντίας πήγε κρυφά από το πίσω μέρος του δέντρου
και βρέθηκε στην πλάτη του μικρού παιδιού.
-
Τι κάνεις εσύ εδώ; Γιατί κρύβεσαι;
Το μικρό παιδί δεν κατάλαβε ότι του
μιλούσε ο νεαρός βασιλιάς και με φυσικότητα του απάντησε:
-
Δεν έκανα τίποτα για να κρυφτώ. Απλά οι αυλικοί του βασιλιά μάς είπαν να
εξαφανιστούμε όσο θα είναι ο βασιλιάς με τον κανακάρη του στο χωριό. Μόλις
φύγουν θα ξαναβγούμε.
-
Και γιατί να εξαφανιστείτε; Κάνατε τίποτα;
-
Εμείς τίποτα. Όμως αυτός ο γεροξεκούτης ο βασιλιάς, άμα δεν έχουμε καλή σοδειά στέλνει
τους σύμβουλους και τους συνεργάτες του και αφού πρώτα μας βουρδουλιάσουν ένα
καλό χέρι ξύλο μας παίρνουν όλη την παραγωγή και μας αφήνουν νηστικούς. Ο
πατέρας μου αναγκάστηκε φέτος να ξενιτευτεί στη γειτονική χώρα, για να έχουμε
εμείς τα απαραίτητα.
-
Τι είναι αυτά πού ξεστόμισες; Ο βασιλιάς είναι δίκαιος. Ποιος είσαι πού
αμφισβητείς τη σοφία και τη δικαιοσύνη του πολυχρονεμένου μας;
-
Σιγά παλικάρι μου με πονάς. Αν νομίζεις ότι σε λέω ψέματα έλα όποτε θες σε
κείνο το χαμόσπιτο για να σου τα διηγηθώ όλα.
Λέγοντας αυτά ο μικρός χάθηκε
τρέχοντας μέσα στη νύχτα.
Ο νεαρός βασιλιάς γύρισε πάλι μέσα
στο καφενείο, δίχως να πάει στο μέρος.
Αφού
κάθισαν ακόμη λίγο μέσα, σηκώθηκε όλη η κομπανία για να πάει στον επόμενο
σταθμό της περιοδείας του βασιλιά.
Πέρασαν
πόλεις και βουνά. Συνάντησαν γεωργούς, κτηνοτρόφους, υλοτόμους και ότι λογής
επάγγελμα είχε εκείνη η χώρα. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι από τη διακυβέρνηση του
σοφού βασιλιά. Μόνο εκείνο το παιδί στα κρυφά είχε πει παράπονα για το βασιλιά.
Όταν
τελείωσε η περιοδεία και η κομπανία εγκαταστάθηκε και πάλι στο παλάτι ο
βασιλιάς φώναξε το γιο του κοντά και του είπε:
-
Γιε μου είδες μόνος σου πώς είναι να κυβερνάς σωστά ένα βασίλειο.
-
Εντάξει πατέρα είδα με τα μάτια μου πώς διοικείται ένα τόσο μεγάλο
βασίλειο. Όταν έρθει η ώρα θα ξέρω να
διοικώ.
Αυτά είπε το νεαρό βασιλόπουλο και
χάθηκε από τη βασιλική κάμαρα.
Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια
περνούσαν, ώσπου ο γέρος βασιλιάς πέθανε.
Ήρθε
η ώρα να κυβερνήσει ο νεαρός βασιλιάς. Από το μυαλό μου όμως δεν έφευγε το
μικρό παιδί. Τα λόγια του είχαν χαραχτεί στη μνήμη του ανεξίτηλα. Έτσι λοιπόν
παραμονή προτού παρουσιαστεί στους υπηκόους του ως ο νέος βασιλιάς, έβαλε ένα
μαύρο μανδύα με κουκούλα και ξεγλίστρησε αθόρυβα από το παλάτι.
Αρχικά
έφτασε στο χωριό που τους είχε υποδεχτεί με το ωραίο κρασί. Περπάτησε
προσεχτικά ώσπου έφτασε σ’ ένα σπίτι που έμενε μέσα μια γριούλα. Χτύπησε το
παράθυρο περιμένοντας απόκριση.
Σε
λίγο η καμπουριασμένη γιαγιούλα πλησίασε το παράθυρο και αποκρίθηκε:
-
Ποιος είναι και τι γυρεύει τέτοια ώρα στο σπιτικό μου;
-
Γιαγιά μου ένας φτωχός ταξιδιώτης είμαι, απάντησε ο νεαρός βασιλιάς και
συνέχισε λέγοντας, που δεν έχω μέρος να κοιμηθώ απόψε.
-
Καλά γιε μου θα σου ανοίξω.
Ενώ η γιαγιά ετοιμαζόταν να ανοίξει
ο νεαρός βασιλιάς περιεργαζόταν το εξωτερικό του σπιτιού. Αφού την καλησπέρισε
άρχισε να κάνει ερωτήσεις.
-
Γιαγιά γιατί φοβήθηκες; Οι στρατιώτες του βασιλιά δε σας προστατεύουν αρκετά;
-
Άκου καλέ μου γιατί μάλλον είσαι από μακριά και δεν ξέρεις τον τόπο μας. Οι
αυλικοί του βασιλιά παρέχουν προστασία μόνο σ’ αυτούς που τους τα ακουμπάν. Εγώ
τι να ακουμπήσω μια φτωχή γυναίκα είμαι που τα φέρνει ίσα ίσα βόλτα. Ειδικά τώρα
με την έκτακτη φορολογία που θα μας επιβάλει ο νέος βασιλιάς, ένας Θεός ξέρει
πως θα τα φέρουμε βόλτα.
-
Για μια στιγμή γιαγιά. Πού ξέρετε ότι θα σας βάλει φόρο, αφού δεν ανέλαβε ακόμη
ο νέος βασιλιάς;
-
Το ξέρουμε γιε μου. Ήδη μας επισκέφτηκε ο νέος υπουργός που θα έχει τα
οικονομικά του παλατιού και μας το ανακοίνωσε.
-
Για πες μου ρε γιαγιά πώς λένε το νέο υπουργό να το μάθω κι εγώ.
-
Δεν ξέρω το όνομά του. Το μόνο που θυμάμαι είναι το αιμοβόρο ύφος του και τα
χρυσά δόντια.
-
Ευχαριστώ γιαγιά μου. Έχεις να μου πεις για το βασιλιά τίποτα άλλο;
-
Για το νέο δεν ξέρω. Αλλά μάλλον σαν τον παλιό θα είναι. Θα μας τα παίρνει όλα
και εμάς θα μας αφήνει ένα ξεροκόμματο. Θα έρχονται οι αυλικοί του και θα τα
μαζεύουν. Κι αν δεν έχει καλή σοδειά τότε βράστα Χαράλαμπε. Κι εγώ παιδάκι μ’
πάλι καλά είμαι για ρώτα τη γειτόνισσα μου την Αλεξάνδρα που έχει δυο στόματα
να θρέψει. Πώς θα τα βγάλει πέρα πες μου;
-
Δεν ξέρω γιαγιά μου ή μάλλον από αύριο θα ξέρω. Μπορώ απόψε να πορέψω στο
κονάκι σου και το πρωί με την αυγή θα φύγω;
-
Και βέβαια μπορείς. Το πρωί θα σου ετοιμάσω και ψιρούκια και μετά φεύγεις.
Αφού είπε και τις τελευταίες αυτές
κουβέντες η συμπαθητική γιαγιούλα πήγε και άναψε το εικονοστάσι και αποσύρθηκε
στη μέσα κάμαρη. Ο νεαρός βασιλιάς έμεινε μόνος να συλλογιέται όλα αυτά που του
είπε πρωτύτερα η ταλαιπωρημένη γριά.
Την
άλλη μέρα το πρωί, πήρε πρωινό και ευχαρίστησε τη γιαγιά λέγοντας ότι μια μέρα
θα επιστρέψει.
Μετά
από λίγη ώρα περπάτημα έφτασε στο χωριό που είχε συναντήσει το μικρό παιδί.
Έψαξε κάμποση ώρα ώσπου βρήκε το χαμόσπιτο που έμενε το μικρό παιδί. Το βρήκε
να παίζει έξω στην αυλή. Αφού χαιρετήθηκαν του ζήτησε να του πει τι εννοούσε με
τα λόγια του εκείνο το βράδυ.
Ο
μικρός χωρίς να υποψιαστεί καθόλου ποιος ήταν μπροστά του άρχισε να του
εξιστορεί τι τραβούσε η οικογένειά του αλλά και όλο το χωριό από το βασιλιά.
Τελειώνοντας πρόσθεσε ότι δεν περιμένουν τίποτα καλύτερο από το νέο γιατί θα
είναι το ίδιος.
-
Αν δε δουλέψεις φίλε μου έξω για να δεις πώς βγαίνει το ψωμάκι δεν μπορείς να
καταλάβεις. Όλοι αυτοί είναι χαραμοφάηδες που βρήκαν εξουσία και πατάνε πάνω σ’
αυτό. Αν έχει κότσια ο βασιλιάς, ας βγει έξω μόνος του χωρίς τα κοράκια και
τότε θα καταλάβει τι περνάει ο λαός. Όμως…
Στις
τελευταίες αυτές κουβέντες ο νεαρός βασιλιάς έσκυψε το κεφάλι κι απομακρύνθηκε
χωρίς να μπορεί να πει τίποτα.
Τα
ίδια του είπαν και σ’ ένα χωριό που συνάντησε παραπάνω. Ένας υλοτόμος του
παραπονέθηκε ότι ενώ κόβει δυο τόνους ξύλα καθημερινά, αυτός πληρώνεται για
έναν και τα υπόλοιπα τα τρώνε οι αυλικοί.
Ακούγοντας
και αυτά κατάλαβε. Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μετά από αρκετές ώρες
περπάτημα έφτασε στο παλάτι όπου οι σύμβουλοι του τον έψαχναν ανήσυχοι. Ανέβηκε
στα βασιλικά διαμερίσματα όπου φρεσκαρίστηκε και έβαλε καθαρά ρούχα. Στη
συνέχεια κάλεσε έκτακτο βασιλικό συμβούλιο όπου τους ανακοίνωσε ότι από δω και
πέρα δεν είχαν καμιά δουλειά στο παλάτι και ότι έπρεπε να φύγουν το
συντομότερο.
Τώρα
θα αναρωτιέστε τι απέγιναν το παιδί, η γιαγιά και ο υλοτόμος. Το παιδί μαζί με
την οικογένειά του τους πήρε μαζί του στο παλάτι. Τη συμπαθητική γιαγιά την
έβαλε υπεύθυνη στην κουζίνα, ενώ στον υλοτόμο ανέθεσε την κατασκευή των σπιτιών
των φτωχών ανθρώπων της πολιτείας.
Λένε
μάλιστα ότι πιο σωστός βασιλιάς δεν πέρασε από τη χώρα εκείνη. Όμως κάθε λίγο
και λιγάκι έβγαινε στη χώρα για να ακούσει τα προβλήματα του λαού. Και έζησαν
αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
ΣΥΓΓΡΑΦΗ - ΔΙΑΣΚΕΥΗ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΘ. ΦΥΛΑΧΤΟΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου