Το
Σεπτέμβριο που τελείωναν οι εξωτερικές δουλειές, οι γυναίκες και τα κορίτσια
έκαμαν τα νυχτέρια στην αυλή τους ή σε κάποιες γειτονιές ή στους μαχαλάδες του
κάθε χωριού. Αρχικά άναβαν φωτιά για να ζεσταίνονται και να έχουν φως. Στη
συνέχεια άρχιζαν τις δουλειές. Άλλες έκλωθαν, άλλες έγνεθαν, άλλες έπλεκαν,
άλλες μπούρλιαζαν τον καπνό τους. Σε όλο το νυχτέρι άκουγες ιστορίες,
παραμύθια, τραγούδια. Βούιζε ο μαχαλάς.
Τα
παλικάρια επισκέπτονταν το ένα νυχτέρι μετά το άλλο. Κάποιες φορές
μεταμφιέζονταν κιόλας για να τις τρομάξουν.
Πρέπει
να πούμε ότι στα νυχτέρια της περιοχής μας έπαιζαν και παιχνίδια. Τα πιο γνωστά
ήταν: «ο κόρμακος και κορμακίνα» και
«του παπά τ’ αλώνι».
Πώς
παιζόταν «Του παπά τ’ αλώνι»;
Έπαιρναν
μπαμπάκι από τη ρόκα τους, έκαμναν ένα κύκλο σαν αλώνι, έβαζαν στη μέση δύο
φλόκους μικρούς βαμβάκι κι έβαζαν φωτιά από τη μία άκρη λέγοντας: « Ο Χρ. και η
Κ. αν αγαπιούνται να καούν». Αν καίγονταν μόνο τ’ αλώνι σήμαινε πως δεν
αγαπιούνταν. Αν καιγόταν μόνο ο ένας φλόκος τότε σήμαινε πώς αγαπά ο ένας από
τους δυο. Αν καίγονταν και οι δύο, σήμαινε πως αγαπιούνταν. Αν σιγοκαίγονταν,
σήμαινε πως κρυφά αγαπιούνταν.
Από
εκεί έμεινε: Είδες μαρή! Πιπιλούδα γίνκαν.
Χρήστος Αθ. Φυλαχτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου