Σελίδες

Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

ΟΤΑΝ ΠΙΝΩ ΔΕΝ ΟΔΗΓΩ


Το παρακάτω κείμενο μου το έστειλε ένας φίλος. Αξίζει να το διαβάσετε.
Μέρος 1ο

Βρέθηκα σε ένα κατάστημα, στο διάδρομο με τα παιχνίδια. Με την άκρη του ματιού μου, παρατήρησα ένα αγοράκι γύρω στα πέντε, το οποίο κρατούσε μια κούκλα. Δε σταματούσε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να τη σφίγγει προσεκτικά πάνω του.
Αναρωτήθηκα για ποιον προοριζόταν αυτή η κούκλα.
Το αγοράκι γύρισε κάποια στιγμή προς την κυρία που βρισκόταν πλάι του:

«Θεία μου, είσαι σίγουρη ότι δε μου φτάνουν τα λεφτά;»
Η γυναίκα του απάντησε χάνοντας κάπως την υπομονή της:
«Είπαμε ότι δεν έχεις αρκετά λεφτά για να την αγοράσεις;»
Έπειτα, η θεία του τού ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει για λίγο, κι εκείνη έφυγε βιαστικά. Το αγοράκι κρατούσε ακόμη στα χέρια του την κούκλα.
            Τελικά, κατευθύνθηκα προς το παιδί και το ρώτησα σε ποιον ήθελε να δώσει την κούκλα.
«Αυτήν την κούκλα την ήθελε η αδερφή μου περισσότερο από καθετί για τα Χριστούγεννα. Ήταν σίγουρη ότι θα την έφερνε ο Αϊ-Βασίλης.»
Του είπα τότε ότι μπορεί και να της έφερνε, κι εκείνο μού είπε θλιμμένο:
«Όχι, ο Αϊ-Βασίλης δεν μπορεί να πάει εκεί που είναι τώρα η αδερφή μου… Πρέπει να δώσω την κούκλα στη μαμά μου να της την πάει.»
            Τα μάτια του ήταν πολύ θλιμμένα ενώ αυτά τα λόγια.
«Πήγε να συναντήσει το Χριστούλη, ο μπαμπάς λέει ότι και η μαμά θα πάει να συναντήσει το Χριστούλη σε λιγάκι. Έτσι σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να πάρει την κούκλα μαζί της και να την πάει στην αδερφούλα μου.»
            Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει.
            Το αγοράκι σήκωσε το βλέμμα προς εμένα και μου είπε:
«Είπα στον μπαμπά να πει στη μαμά να μη φύγει αμέσως. Ζήτησα να περιμένει μέχρι να γυρίσω από το μαγαζί.»
Μετά, μου έδειξε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ίδιο το αγοράκι μέσα στο κατάστημα να κρατάει την κούκλα, και μου είπε:
«Θέλω η μαμά να πάρει κι αυτή τη φωτογραφία μαζί της, για να μη με ξεχάσει. Την αγαπάω τη μαμά και δε θέλω να μ’ αφήσει, αλλά ο μπαμπάς λέει ότι πρέπει να πάει μαζί με την αδερφούλα μου.»
Ύστερα, χαμήλωσε το κεφάλι του κι έμεινε σιωπηλό.
Έψαξα στην τσάντα μου κι έβγαλα από μέσα ένα μάτσο χαρτονομίσματα και ρώτησα το αγοράκι:
«Τι λες να μετρήσουμε τα λεφτά σου για τελευταία φορά για να σιγουρευτούμε;»
Εκείνο απάντησε:
«Εντάξει, όμως πρέπει να βγουν αρκετά.»
Έριξα κρυφά κάποια χρήματα μαζί με τα δικά του και αρχίσαμε το μέτρημα. Έφταναν με το παραπάνω για την κούκλα. Περίσσευαν κιόλας αρκετά.
Το αγοράκι ψιθύρισε:
«Ευχαριστώ Χριστούλη που μού έδωσες αρκετά λεφτά.»

Τις επόμενες μέρες η συνέχεια.


Δεν υπάρχουν σχόλια: