Σελίδες

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΗΣ ΤΟ ΦΑΪ

Κάποτε ένας απλός χωρικός παντρεύτηκε. Ήταν άνθρωπος δουλευτάρας. Νύχτα πήγαινε στη δουλειά, νύχτα γύριζε. Η γυναίκα του στο σπίτι που απόμεινε, μαγείρευε για να μη του λείπει το φαγητό του. Έπρεπε να τρώει καλά για να αντέχει στην καθημερινή κοπιαστική δουλειά του. Μα η καημένη εκεί που έφκιανε το φαγητό της πάντα αστοχούσε να βάλει νερό αρκετό με αποτέλεσμα το φαί της να είναι πάντα τσικνισμένο.
Ο καημένος ο άντρας της, απλοϊκός όπως ήταν, συνήθισε το φαγητό το τσικνισμένο και το τρώγε και το νοστιμευότανε μάλιστα. Μόλις επέστρεφε από τη δουλειά, έτρωγε τσικνισμένο φαϊ και ευφραινόταν.

            Δεν πέρασαν πολλά χρόνια και ο καημένος ο χωρικός χήρεψε. Μια αρρώστια έτυχε τη γυναίκα του και πέθανε η κακόμοιρη. Την έκλαψε και την τίμησε όπως έπρεπε. Δεν μπορούσε όμως να κάνει κι ολοένα χήρος. Δουλευταράς άνθρωπος ήταν. Η δουλειά ήθελε φαγητό. Και δεν μπορούσε να ’ναι μόνος του να τον τρώει η βρωμιά και η ψείρα. Έπρεπε να έχει γυναίκα στο σπίτι πίσω, να του μαγειρεύει και να τον πλένει. Γι’ αυτό σαν πέρασαν λίγα χρόνια και του έφυγε ο καημός που είχε γιατί έχασε τη μακαρίτισσα, αποφάσισε να παντρευτεί πάλι. Να πάρει γυναίκα στο σπίτι του. Να γυρίζει από τη δουλειά και να βρίσκει το φαϊ του. Να έχει το ρούχο του το πλυμένο… Κι για τα γεράματά του να έχει σύντροφο στο πλάι να τον κοιτάξει και να του δώσει ένα ποτήρι νερό σαν τύχει και αρρωστήσει, Θεός φυλάξει.
            Ξαναπαντρεύτηκε. Η γυναίκα του η δεύτερη που πήρε του έφτιαχνε πολύ καλό φαγητό. Δεν το τσίκνιζε. Αυτός έτρωγε και δεν του καλάρεσε, μα δεν έλεγε τίποτα.
            Μια μέρα, η γυναίκα του – πώς τα κατάφερε και αυτήν – του τσίκνισε το φαγητό. Σαν γύρισε το βράδυ ο άντρας της από τη δουλειά του τού έστρωσε τραπέζι να καθίσουν να φάνε. Εκεί που έτρωγαν, του φάνηκε πώς το φαγητό ήταν καλύτερο. Κάτι του θύμιζε γνώριμο. Γυρνάει τότε και λέει στης γυναίκας του:
- Α μαρή γυναίκα, το κατάφερες σήμερα το φαγητό. Το έφτιαξες σαν της συγχωρεμένης…
Από τότε έμεινε και λένε όταν κάποια γυναίκα τσικνίσει το φαϊ της, «της συγχωρεμένης το φαϊ».     
                                                ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ
                              Βασίλης Γ. Ματαυτσής, Χρονικά της Χαλκιδικής, Τεύχος 11 - 12

Σημείωση:   Ας με συγχωρέσει  ο συγγραφέας που δε χρησιμοποίησα την αυτούσια ιδιωματική γλώσσα του. Αν το έκανα κάποιοι – αν όχι οι περισσότεροι – δε θα καταλάβαιναν τα γραφόμενά του. Όμως πρέπει να τονίσω ότι η προσφορά του είναι πολύ σημαντική. Η συγκεκριμένη ιστορία δημοσιεύτηκε το 1966 στο παραπάνω Περιοδικό-Τεύχος. Αν κάποιοι από εσάς επιθυμείτε να τη διαβάσετε όπως είναι γραμμένη μπορείτε να τη βρείτε στη σελίδα 475 – 476 του τεύχους 11 – 12.

Δεν υπάρχουν σχόλια: