Υπάρχουν
διάφορες ιστορίες για τα ζώα και τα πουλιά. Η κάθε περιοχή έχει τη δική της εκδοχή
και εξήγηση για το πώς προέκυψε το ζώο ή το φυτό.
Σήμερα
θα αναφερθώ στο πουλί δεκοχτούρα. Θα
αναρωτηθείτε γιατί το συγκεκριμένο πουλί; Όμως τα πράγματα είναι πολύ απλά. Κατά
πρώτο λόγο γιατί δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω ποτέ το περιστέρι από τη δεκοχτούρα
και κατά δεύτερο λόγο γιατί καθημερινά, τώρα το καλοκαίρι στης μάνας μου τη
γειτονιά ένα τέτοιο πουλί μας ζαλίζει με τις φωνές του.
«Ήταν
ένα ορφανό κορίτσι που είχε μια κακιά μητριά. Η μάνα της είχε πεθάνει όταν ήταν
μωρό και ο πατέρας της αναγκάστηκε να ξαναπαντρευτεί. Η μητριά δε συμπαθούσε
την κόρη του άντρα της γιατί δεν μπορούσε η ίδια να κάνει παιδιά. Προσπαθούσε
με κάθε τρόπο να την παιδεύει, να την τιμωρεί και να την ταπεινώνει.
Έτσι
λοιπόν ένα πρωινό που ζύμωσαν ψωμί την έστειλε να πάει στο φούρνο της γειτονιάς
για να το ψήσει. Η κόρη πήρε μαζί της δεκαοχτώ καρβέλια. Περίμενε μέχρι να ψηθούν.
Όταν ψήθηκαν τα πήρε και τα έφερε στο σπίτι.
Μόλις
τα μέτρησε η μητριά άρχισε να φωνάζει: «Έφαγες ένα καρβέλι. Εγώ σου έδωσα
δεκαεννιά. Πού είναι το καρβέλι μου;».
Το
καημένο το κορίτσι άρχισε να της λέει ότι τα καρβέλια ήταν δεκαοχτώ.
Η
σκύλα όμως η μητριά δεν καταλάβαινε τίποτα. Άρχισε να τη χτυπάει με ότι έβρισκε
μπροστά της. Όμως η κόρη επέμενε ότι τα καρβέλια ήταν δεκαοχτώ.
Κάποια
στιγμή προτού χάσει τις αισθήσεις της, από το πολύ ξύλο, παρακάλεσε το Θεό να
τη γλιτώσει. Εκείνος άκουσε τις προσευχές της και για να τη γλιτώσει από τη
μανία και την αδικία τη μεταμόρφωσε στο πουλί που όλοι ακούτε τα καλοκαίρια, τη
δεκοχτούρα.
Αν
κάποια φορά την ακούσετε να κράζει να ξέρετε ότι φωνάζει ότι τα ψωμιά ήταν
δεκαοχτώ και όχι δεκαεννιά όπως επέμενε η μητριά της.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου