Μαζεύτηκαν
λοιπόν οι προύχοντες του χωριού για να δουν τι θα κάνουν με το καημένο το
ορφανό.
Μετά
από σκέψη και συζήτηση αποφάσισε ένας που ήταν πιασμένος καλά και είχε και ένα
μπακάλικο και ήταν και άτεκνος να το πάρει κοντά του.
Από
τότε ο μικρός απέκτησε σίγουρο φαί, σπίτι και προπάντων οικογένεια. Πέρασαν
τρία χρόνια και η γυναίκα του καλού αυτού ανθρώπου έμεινε έγκυος. Το αραπάκι το
έβλεπε πια σαν δικό της παιδί.
Το βράδυ που γέννησε η γυναίκα πήγαν
οι μοίρες και του μοίραναν το κοριτσάκι που γέννησε. Είπαν τι είπαν, οι δυο
πρώτες μοίρες, η Τρίτη όμως και τελευταία μοίρα είπε ότι το κοριτσάκι αυτό θα
παντρευτεί το αραπάκι.
Μόλις
τ΄ άκουσε ο πατέρας του κοριτσιού τις ειρωνεύτηκε λέγοντας: «Σίγουρα ιγώ θα
δώσω το κορίτσι μου το αραπάκι».
Τα χρόνια πέρασαν. Το κοριτσάκι
άρχισε να παίζει με το αραπάκι. Ο πατέρας από δίπλα. Κάθε μέρα που περνούσε τα
δυο παιδιά έρχονταν το ένα πιο κοντά στο άλλο.
Σκέφθηκε από δω, σκέφθηκε από κει
ώσπου αποφάσισε να το διώξει το αραπάκι από δίπλα της.
Ένα βράδυ τους μάζεψε όλους στο βραδινό
τραπέζι και γυρνάει στο αραπάκι:
-
Παιδί μου τόσα χρόνια σε είχαμε κοντά μας και σε αναθρέψαμε σαν δικό μας παιδί.
Τώρα όμως ήρθε η ώρα να αποχωριστούμε. Θα σου
δώσω ένα σακουλάκι λίρες και
να πας να βρεις την τύχη σου.
Το παιδί άκουσε τα λόγια του θετού
πατέρα του, έσκυψε το κεφάλι του και αποδέχτηκε τα λόγια του. Σαν ξημέρωσε το
παιδί πήρε τις λίρες και τις έβαλε στο ζωνάρι που είχε στη μέση του. Κίνησε και
έφυγε. Αφού περπάτησε για κάμποση ώρα σταμάτησε σ’ ένα μέρος που είχε μια
βρύση. Έβγαλε τα ρούχα του, όπως ήταν αναμμένο από το δρόμο και πήγε κάτω από
τη βρύση για να πλυθεί. Το σακουλάκι όμως δεν το έβγαλε από τη μέση του. Μόλις
τελείωσε το πλύσιμο βλέπει το σώμα του να γίνεται άσπρο. Μόνο στο μέρος που
είχε ακουμπισμένο το σακουλάκι το σώμα του ήταν μαύρο. Τον ξάφνιασε ιδιαίτερα
αλλά δε γύρισε πίσω.
Πήρε το δρόμο του και γύρισε όλο τον
κόσμο. Μετά από κάμποσα χρόνια ξαναήρθε στο χωριό γιατί πεθύμησε τους δικούς
του. Μπήκε στο χωριό και δεν τον γνώρισε κανείς. Είχε ασπρίσει και κανένας δεν
τον αναγνώριζε.
Πήγε και κάθισε στο σπίτι μιας
γριάς. Η γριά τον ρώτησε:
-
Από πού είσαι παιδί μου και τι γυρεύεις στον τόπο μας;
-
Ξένος είμαι και κάθισα να ξαποστάσω.
-
Ωραίος ξένος είσαι παιδί μου. Δεν μένεις εδώ και εγώ θα σου κάνω και μια
προξενιά;
-
Ρε γιαγιά ποια θα με θέλει εμένα. Αφού δεν ξέρετε από πού κρατάει η σκούφια
μου.
-
Δεν σε ξέρω γιε μου, αλλά το πρόσωπό σου έχει κάτι δικό μας, πολύ δικό μας.
Παρακάτω από δω είναι ένα μπακάλικο. Έχει μια
πολύ όμορφη νέα. Όλοι τη
γυρεύουν, όμως αυτήν δε θέλει κανέναν από
τότε που έφυγε ψυχαδερφός της. Άντε
να σε κάνω ένα καλό.
-
Μα γιαγιά είμαι και φτωχός. Δουλεύω για να ζω.
-
Μωρέ μη σε μέλλει εσένα. Εγώ θα τα βολέψω.
Πηγαίνει η γιαγιά γνωρίζει τους δυο
νέους, τα ταίριαξε. Όμως έπρεπε να το πουν και στον πατέρα.
Τα
άκουσε ο πατέρας. Αρχικά γκρίνιαξε που δεν είχε τίποτα ο νέος. Όμως σαν είδε
τους δυο νέους αποφασισμένους, τι να κάνει, δέχτηκε. Αφού έκαναν τις ανάλογες
υποχωρήσεις και συζητήσεις όρισαν την ημέρα του αρραβώνα. Οι μέρες περνούσαν
ώσπου έφτασε η πολυπόθητη μέρα.
Το
βράδυ ο πεθερός ξεμονάχιασε το γαμπρό για να μάθει για τη ζωή του και άρχισε
τις ερωτήσεις:
-
Από πού είσαι γιε μου;
-
Από δω κοντά του απαντάει ο νιος.
-
Από πού ακριβώς;
-
Από δω να, του ξαναπαντάει.
-
Μέσα από το χωριό μας;
-
Καταμεσής του λέει ο νιος.
-
Και ποιος είναι ο πατέρας σου;
-
Δεν με γνώρισες ακόμη;
-
Πού να σε γνωρίσω γιε μου. Πρώτη φορά σε βλέπω.
-
Είμαι το αραπάκι πατέρα που το έδιωξες γιατί φοβόσουν μην σου παντρευτεί την
κόρη.
-
Τι είναι αυτά που λες παιδί μου. Εκείνος ήταν μαύρος. Εσύ είσαι άσπρος.
Ο νέος άρχισε να του εξιστορεί τι
συνέβη και στο τέλος του έδειξε και το μαύρο σημάδι για να πειστεί ότι του
έλεγε αλήθεια.
Μόλις
είδε το σημάδι ο πατέρας πείστηκε και είπε το αλησμόνητο: «ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΠΡΟ ΓΙΝΕΤΑΙ,
ΤΟ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΑΓΡΑΦΟ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ».
Μετά
από τα λόγια αυτά του πατέρα οι δυο νέοι παντρεύτηκαν και έζησαν αυτοί καλά και
εμείς καλύτερα.
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ, Αφηγήτρια κ. Παναγιώτα Μανωλά, Περιοδικό ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ, τεύχος
6, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1995
Διασκευή
Χρήστος Αθ. Φυλαχτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου