Ζούσε κάποτε σ’ ένα χωριό των
Ζερβοχωρίων, ένα αντρόγυνο, το οποίο δεν περνούσε μέρα που να μη μάλωνε. Από το
πρωί μέχρι το βράδυ φαγωμάρα.
Ο
άντρας ήταν λίγο τεμπέλης και μπουνταλάς. Η γυναίκα ήταν στριμμένη και
κακιασμένη.
Μια
μέρα του καλοκαιριού η κατάσταση ξέφυγε. Έγινε μεγάλη φασαρία στο σπίτι και ο
άντρας πήρε την απόφαση να φύγει από το σπίτι.
Πηγαίνει λοιπόν στην κουζίνα,
παίρνει ένα σακίδιο (ντορβά το λέγανε τότε) και το γεμίζει με ψωμί. Κατεβαίνει
την σκάλα του σπιτιού και πηγαίνει και κρύβεται πίσω από ένα μεγάλο δέντρο που
είχαν πίσω από το φούρνο της αυλής. Ξαπλώνει κάτω από τον παχύ ίσκιο του
δέντρου ως το μεσημέρι. Τρώει το μισό ψωμί. Το ψωμί όμως του έφερε δίψα.
Σηκώνεται και πηγαίνει και πίνει νερό από μια βρύση που υπήρχε εκεί κοντά. Αφού
ήπιε νερό, ξαναγύρισε στον ίσκιο του δέντρου.
Το
βραδάκι εκεί που ετοιμαζόταν ν’ αλλάξει μεριά, ακούει τη γυναίκα του να μαλώνει
τα παιδιά του άγρια.
Σηκώνεται
τότε όρθιος, βάζει τα χέρια του σαν χωνί και φωνάζει δυνατά:
«Σαν δε ντρέπεσαι βρώμα. Γι’ αυτά
τα παιδιά με τρων' τα ξένα».
Με
το μυαλό του είχε ξενιτευτεί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου